У нас вы можете посмотреть бесплатно Μιχάλης Γούτης, Ναταλία Λαμπαδάκη - Γίγαντας или скачать в максимальном доступном качестве, видео которое было загружено на ютуб. Для загрузки выберите вариант из формы ниже:
Если кнопки скачивания не
загрузились
НАЖМИТЕ ЗДЕСЬ или обновите страницу
Если возникают проблемы со скачиванием видео, пожалуйста напишите в поддержку по адресу внизу
страницы.
Спасибо за использование сервиса ClipSaver.ru
#NataliaLampadaki #MichalisGoutis #Volkof #Λαμπαδάκη #Γίγαντας Ναταλία Λαμπαδάκη - Γίγαντας από το άλμπουμ «Στα Φανερά και τ' Αφανέρωτα», FM RECORDS, Μάρτιος 2018 Facebook: / goutism Εγγραφή στο κανάλι: https://www.youtube.com/channel/UCrWy... Ολόκληρος ο δίσκος: https://spoti.fi/2E965SG https://www.youtube.com/watch?v=JufuF... Μουσική: Μιχάλης Γούτης Στίχοι: Θεοδόσης Βολκώφ (Από το βιβλίο «Τραγούδια της Ψυχής και της Κόρης») Εικονογράφηση: Ζάννα Κατσαφάνα (www.zanka.gr) Κιθάρα - Χρόνης Κουτσουμπίδης Βιολί - Στέφανος Σεκέρογλου Φλάουτο - Νίκος Παπαπαρασκευάς Τσέλο - Στέλλα Τέμπρελη Κοντραμπάσο - Τραϊανός Αλμπανούδης Κρουστά - Γιάννης Ριζόπουλος Φωνητικά: Δωροθέα Μιχαήλ, Γιάννης Μαστρογιάννης, Kostika Çollaku Ηχοληψία/Μίξη: Λεωνίδας Μπεϊλής (Studio Polytropon) Mastering: Royal Alzheimer Studio Στίχοι: Γεννήθηκα ἕνας γίγαντας ἀπὸ τὴς γῆς τὰ σπλάχνα, μὲ τὸ κορμὶ χωμάτινο, φτιαγμένος μὲ πηλὸ καὶ πάνω μου δροσιὰ ἔφερνε τῆς μάνας μου ἡ ἄχνα, πλασμένος μὲ τὴν ἔρημο ζητοῦσα τὸ νερό. Καὶ γύριζα τὰ πέρατα τοῦ κόσμου καὶ τὶς χῶρες, Ἀγάπη πάντα ψάχνοντας καὶ Μάχες μυστικὲς καὶ μ’ ἔδειραν οἱ ἀνεμικὲς καὶ μὲ τσακίσαν μπόρες καὶ τὸ κορμί μου ἔσπασαν καὶ γέμισαν ρωγμές. Στὴν ἔρημ’ ὁλομόναχος ξεδίψαγα στὸ Νεῖλο καὶ τὰ κομμάτια μάζευα θνητὸς στοχαστικὸς κι εἶπα «δὲ θέλω τὸν πηλὸ» καὶ μ’ ἔπλασ’ ἀπὸ ξύλο κι εἶπα, «παλιὲς ἀνεμικὲς δὲν εἶμαι πιὰ τρωτός». Κι ἦρθαν καινούργιες θύελλες κι ὁρμῆσαν νέες μπόρες, δὲν ἔκλεινε ἡ Μοίρα μου καὶ γύριζε τ’ ἀδράχτι, πολέμους γνώρισα φωτιᾶς τῶν κεραυνῶν τὶς κόρες καὶ τὸ κορμί μου ἀπόμεινε καὶ κάρβουνο καὶ στάχτη. Κι ἐκεῖ πάλι σηκώθηκα βαρὺς ἀπὸ τὴ γῆ μου καὶ μ’ ἔσπρωχνε ξανὰ μιὰ ὁρμή, ζωὴ ἁλυσοδέτρα, νὰ βρῶ μιὰ ὕλη ἄφθαρτη ἀπὸ τὸ χαλαστή μου κι ἔψαξα μὲς στὰ βάθη μου καὶ μ’ ἔκαν’ ἀπὸ πέτρα. Καὶ τότε ἦρθαν καὶ μ’ ἄγγιξαν μάγισσες κάποιες κόρες, μητέρες τους τὰ τέρατα, πατέρες οἰ σεισμοί, βαθιὲς θάλασσες μέσα μου πνίγαν στεριὲς καὶ χῶρες καὶ πιὰ χαλίκια ὁ βράχος μου καὶ νά, ξανὰ ἡ ρωγμή! Κι εἶπα «τώρ’ ἀπὸ σίδερο θὰ πλάσω τὸν ἑαυτό μου, δὲ θά ‘χω πιὰ καμιὰ ρωγμὴ καὶ στάχτη καὶ καπνιά, ἡ Μάχη εἶναι ἡ δόξα μου κι ἡ Ἀγάπη τ’ ὄνειρό μου», μὲ βρῆκε ὅμως τὸ λύγισμα, τὸ λιώσιμο, ἡ σκουριά. Καινούργιες πάντ’ ἀνεμικές, πάντα καινούργιες μπόρες, δαιμόνισσες σὰν νά ‘λεγαν μ’ ἀνθρώπινες φωνὲς «ἴδιες γιὰ σένα τῆς ζωῆς καὶ τοῦ θανάτου οἱ ὧρες, γιατὶ κι ἐσὺ δυνάμωσες κι ἐμεῖς πιὸ δυνατές». Κι ἦρθε ἀπὸ μέσα ἡ Μοίρα μου, ποὺ ἀπ’ τὴν ἀρχὴ καλοῦσα, ἀπὸ τὰ χρόνια τὰ παλιά, τὰ χρόνια τοῦ πηλοῦ, κι εἶπε σὲ μένα –μαχητὴς ποὺ ζοῦσα κι ἀγαποῦσα– τοὺς νόμους καὶ τὶς προσταγὲς τῆς γῆς καὶ τ’ οὐρανοῦ: «Γιατ’ εἶσαι σὺ ὁ ἀδάμαστος κι ἂν γίνεις ἀπὸ ἀτσάλι κι ἀπ’ ὅποιο μέταλλο ἄγνωστο, σκληρό, γυαλιστερό, μὲς στὶς φωτιές, στοὺς χαλασμοὺς θὰ σὲ βυθίσω πάλι δὲν ἔχ’ ἡ Ἀγάπη νικητὲς κι ἡ Μάχη τελειωμό».