У нас вы можете посмотреть бесплатно Το Ιερό Άλσος - The Sacred Grove (GREEK) или скачать в максимальном доступном качестве, видео которое было загружено на ютуб. Для загрузки выберите вариант из формы ниже:
Если кнопки скачивания не
загрузились
НАЖМИТЕ ЗДЕСЬ или обновите страницу
Если возникают проблемы со скачиванием видео, пожалуйста напишите в поддержку по адресу внизу
страницы.
Спасибо за использование сервиса ClipSaver.ru
With her gaze fixed upon the Greatness of the Goddess high above, She wanders in the Sacred Grove, silently, in the silver light. Her voice gently unfolds, she lifts a magical hymn, And calmly raises her hands up, in reverent prayer. Althaia, from a little girl, was dedicated to the Goddess’s Temple, She praised Her with noble soul, forever faithfully devoted. Enchanting is Selene, who adorns the night up high, And through the clouds calls the souls of mortals gently. Ivies entwine around the ancient, sacred trees; The nightingales sing — and the Goddess rejoices with ineffable joy. Her ebony Face glows with sweet silver light, Her hidden smile serene, appears modest and divine. Selene, Selene! “O Goddess, forever, without complaint, faithfully have I served You. Scarlet blood upon Your Altar I have let flow abundantly. Hymns and chants I have offered You, which resounded enchantingly. I now implore You — grant me this one and only favor.” The Face of Selene hid behind a passing cloud, As if the Goddess was offended by such a bold, insolent request. The Priestess shrank — she turns her gaze aside in shame, Standing silent and pensive, bathed in silver radiance. “We mortals are weak creatures, guided by our passion. Forgive me, revered Goddess — have compassion for my human fault. Love, irreverent yet boundless, has shaken and overwhelmed my mind. Show mercy — for a heart forsaken, now filled with grief.” As if emboldened by stirrings deep within her soul, She turns again to the Goddess, with eyes like burning coals. “If You won’t grant me what my heart so deeply longs for, Then pierce it without mercy — this heart that slowly burns and mourns.” At once, as if from nowhere, the silence of Night was shattered. Thunder roared and lightning struck — terror shook the Priestess. The Divine Face was hidden by clouds that whirled fearsomely, Althaia trembled, she faltered — and her soul writhed within her. Hubris toward the Goddess — not once, nor twice, but three times grave. Her blasphemous, insolent words demand to be paid for in sorrow. The storm subsided — the darkness was cast away by bright Sun at dawn. In the Sacred Grove of Selene, they found Althaia dead upon the earth. =================================================== Με βλέμμα καρφωμένο στη Μεγαλοσύνη της Θεάς εκεί ψηλά, Πλανιέται στο Ιερό Άλσος, μες στ’ ασημένιο φως σιωπηλά. Γλυκά ξεδιπλώνεται η φωνή της, υψώνει ψαλμωδία μαγική, Ήρεμα απλώνει τα χέρια της ψηλά, σε προσευχή ευλαβική. Αλθαία, από μικρό κορίτσι στης Θεάς τον Ναό αφιερωμένη, Την ύμνησε μ’ ευγένεια ψυχής, παντοτινά πιστά ταγμένη. Μαγευτική η Σελήνη, που τη νύχτα στολίζει εκεί ψηλά, Μες απ’ τα σύννεφα καλεί τις ψυχές των θνητών απαλά. Κισσοί αναρριχώνται γύρω απ' τα αρχαία δένδρα τα ιερά Τ' αηδόνια κελαηδούν, ευφραίνεται η Θεά με άφατη χαρά Λάμπει το εβένινο Πρόσωπό Της, με ασημένιο φως γλυκό Ήρεμο το κρυφό χαμόγελό Της, δείχνει σεμνό και θεϊκό. Σελήνη, Σελήνη! "Ω Θεά, παντοτινά, αγόγγυστα, πιστά σε έχω υπηρετήσει Άλικο αίμα στον Βωμό σου άφθονο έχω αφήσει να κυλήσει Ύμνους, ψαλμούς σου αφιέρωσα, που ήχησαν μαγευτικοί Σε ικετεύω τώρα, κάνε μου αυτή τη χάρη, τη μοναδική" Το Πρόσωπο της Σελήνης κρύφτηκε από σύννεφο περαστικό Ωσάν να θίχτηκε η Θεά από ένα αίτημα θρασύ, προκλητικό Ζάρωσε η Ιέρεια — στο πλάι ρίχνει το βλέμμα ντροπιασμένη Στέκει σιωπηλή και σκεφτική, σε θάμπος αργυρό λουσμένη "Εμείς οι θνητοί είμαστε πλάσματα αδύναμα με οδηγό το πάθος Συγχώρα με, σεβαστή Θεά — συμπόνεσε το ανθρώπινό μου λάθος Έρωτας ασεβής, αλλά απέραντος τον νου μου έχει συγκλονίσει Δείξε οίκτο — μια καρδιά απαρνημένη με θλίψη έχει γεμίσει" Σαν ν' αναθάρρησε από σκιρτήματα μες την ψυχή βαθιά αναδευμένα Ξανά στρέφει το βλέμμα στην Θεά, με μάτια ωσάν κάρβουνα αναμμένα "Αν δεν μου χαρίσεις εκείνο που τόσο δυνατά η καρδιά μου το ποθεί Τρύπα την δίχως έλεος — αυτή την καρδιά που σιγοκαίει και πενθεί" Με μιας, σαν απ' το πουθενά, της Νύχτας η σιγαλιά ραγίζει Ηχούν βροντές και κεραυνοί, τρόμος την Ιέρεια συγκλονίζει Το Θεϊκό Πρόσωπο κρύβουν σύννεφα που στροβιλίζουν τρομερά Η Αλθαία τραντάζεται, λυγίζει, και η ψυχή της μέσα σπαρταρά Ύβρις προς τη Θεά — όχι μία, μήτε δύο, μα τρεις φορές βαριά Ο λόγος ιερόσυλος, προκλητικός, απαιτεί να πληρωθεί οικτρά. Η θύελλα κόπασε — το σκοτάδι έδιωξε Ήλιος λαμπερός με την Αυγή Στο Ιερό Άλσος της Σελήνης, την Αλθαία βρήκανε νεκρή πάνω στην γη.