У нас вы можете посмотреть бесплатно Πολυξερκά τζιαι πονηκρά (Η Τζυρκακού): Αχιλλέας Λυμπουρίδης (Κύπρος) или скачать в максимальном доступном качестве, видео которое было загружено на ютуб. Для загрузки выберите вариант из формы ниже:
Если кнопки скачивания не
загрузились
НАЖМИТЕ ЗДЕСЬ или обновите страницу
Если возникают проблемы со скачиванием видео, пожалуйста напишите в поддержку по адресу внизу
страницы.
Спасибо за использование сервиса ClipSaver.ru
Μουσική: Αχιλλέας Λυμπουρίδης Ποίηση: Δημήτρης Λιπέρτης Τραγούδι: Σούλη Σαμπάχ και άλλοι τραγουδιστές. Στίχοι Του Καλλιστράτη ο Καρπής π' αγάπαν τα χτηνά Είσ' εν για την καβάλλαν του έναν γαδουραππάριν Πυρόψιν*, που του άρεσκεν πάντα να το τσιννά* Γιατ' ήτουν 'που καλόν σόϊν τζι' εκράτεν το καμάριν Η Τζυρκακού τ' Αντρόνικου, κοπέλλα πονηρή, Που καύκετουν για λλόου του τζι' έδκιαν ζωήν η μαύρη Τζιαί πόθελεν όντας περνά πόξω να τον θωρεί Τον νουν της εσυχνόδερνεν μιαν αφορμήν για ναύρει. Μιαν σιηλιδόναν* βονιτζήν πούσ' εν τριών χρονών Καταύτης* την εσσοίνιασεν* στον χαμηλόν φραμόν της Όντας ο γαδουράππαρος ρέσσει* που το στενόν Νάνιντζι' οι σσισσινίστρες* του δροσσιά για τον καμόν της. Συνέχου* πκιόν ακούετουν του γαδουραππαρκού Η σσισσινίτσρα πόμακρα τον τόπον τον συγκλύζει* Τζιαί δώστου πκιόν μες στο στενόν έδκιαν η Τζυρκακού Να καμαρώννει τον Καρπήν τζιαί να καλοκατρίζει. Μα μιαν φοράν που τες πολλάς πότυσσεν* να περνά Που το γαδουραππάριν του ήτουν τζιαί φαρρεμένον* Εστάθην σούζον* άξιππα* στα δκυό του πισινά Τζι' εθώρες τότες τον Καρπήν χαμαί ματσιελλεμένον. Τρεμουσσιασμέν'*, η Τζυρκακού με πόνον περισσόν* Εβούρισεν* τα γέματα να του καλοσφοντζίσει* Τζιαί το καλόν της φέρσιμον εγίνην ταπισόν* Για τον Καρπήν η αφορμή για να την ξηζητήσει*. Πολλυξαιρκά τζιαί πονηρκά κάμνουν πολλές δουλειές· Η τρέτισσα* η βονιτζή τζιαί το γαδουραππάριν Σισσίνισε τζι' αγκάνισε* έβαλαν σουξουλιές* Τζι' εκάμασιν την Τζυρκακούν με τον Καρπήν ζευκάριν. Τζι' ύστερις πκιόν που πέρασεν τζαιρός ακανετός* Εκάμασιν κορούδες τρεις τζιαί δκυό παλληκαρούδκια, 'Αμμα τζι ο γαδουράππαρος γιατ' ήτουν ξακουστός 'Έκαμεν με την βονιτζήν μουλούδες τζιαί βορτούδκια.* Γλωσσάρι κυπριακής διαλέκτου πυρόψιν = γαϊδούρι με κόκκινο πρόσωπο και άσπρα αυτιά τσιννά = καλπάζει σιηλιδόνα = μαύρη γαϊδούρα με άσπρη κοιλιά βονιτζή = γόνιμη γαϊδούρα καταύτης = εξεπίτηδες εσσοίνιασεν = σχηνόδεσε ρέσσει = περνά σσοισσινίστρες = χλιμιντρήσματα συνέχου = κατά συνέχεια συγκλύζει = κατακλύζει φαρρεμένον = καυλωμένον, σε σεξουαλική διέγερση τρεμουσσιασμένη = τρεμουλιασμένη εβούρισεν = έτρεξε ξηζητήσει = να τη ζητήσει σε γάμο ταπισόν = κατόπι καλοσφοντζίσει = καλοσφογγίσει βορτούδκια = αρσενικό μουλάρι περισσόν = περίσσειο σούζον = όρθια στάση στα πίσω πόδια, σούζα ακανετός = αρκετός άξιππα = ξαφνικά αγκάνισε = γκάρισε σουξουλιές = παροτρύνσεις τρέτισσα = τριετής πότυσσεν = που έτυχε