У нас вы можете посмотреть бесплатно Νίκος Σιώμκος, Δρ Αρχαιολογος, Εφορεία Αρχαιοτήτων Χαλκιδικής και Αγίου Όρους или скачать в максимальном доступном качестве, видео которое было загружено на ютуб. Для загрузки выберите вариант из формы ниже:
Если кнопки скачивания не
загрузились
НАЖМИТЕ ЗДЕСЬ или обновите страницу
Если возникают проблемы со скачиванием видео, пожалуйста напишите в поддержку по адресу внизу
страницы.
Спасибо за использование сервиса ClipSaver.ru
Νίκος Σιώμκος, Δρ Αρχαιολογος, Εφορεία Αρχαιοτήτων Χαλκιδικής και Αγίου Όρους Άγιον Όρος και Θεσσαλονίκη. Η μαρτυρία των φορητών εικόνων στα χρόνια των Παλαιολόγων. Το Άγιον Όρος διατηρεί ένα σημαντικό αριθμό φορητών εικόνων των παλαιολόγειων χρόνων. Τα σωζόμενα έργα, αφιερώματα ενίοτε των κύκλων της βυζαντινής αριστοκρατίας, αποτελούν κατά κύριο λόγο ζωγραφικά έργα υψηλών προδιαγραφών που προέρχονται από εργαστήρια μεγάλων καλλιτεχνικών κέντρων της βυζαντινής αυτοκρατορίας, όπως η Θεσσαλονίκη. Η παρουσία των φορητών αυτών έργων που διασώθηκαν στους ναούς και τα εικονοφυλάκια των αγιορειτικών μονών δεν είναι τυχαία και μπορεί εύκολα να ερμηνευτεί αν λάβει κανείς υπόψη ότι κορυφαίοι ζωγράφοι της Θεσσαλονίκης, όπως ο Ευτύχιος και ο Μιχαήλ Αστραπάς, καθώς και ο Γεώργιος Καλλιέργης φαίνεται να προσκαλούνται και να εργάζονται σε σημαντικούς ναούς της αθωνικής πολιτείας. Η απόδοση συγκεκριμένων φορητών έργων σε αυτούς επιτυγχάνεται χάρη στο γεγονός ότι τη συγκεκριμένη περίοδο οι καλλιτέχνες παραδίδουν και ενυπόγραφα έργα, κατά κανόνα μνημειακής ζωγραφικής, πολύτιμα για τη μελέτη της τέχνης και της εξελικτικής τους πορείας. Το αποτύπωμα της καλλιτεχνικής παραγωγής της Θεσσαλονίκης στην αθωνική πολιτεία δεν περιορίζεται ωστόσο μόνο στις παραπάνω περιπτώσεις των επώνυμων ζωγράφων που καλούνται να αναλάβουν γενναίες παραγγελίες στο Άγιον Όρος. Ευάριθμα είναι και τα έργα στις αθωνικές μονές που ενώ δεν τυγχάνουν αντίστοιχης σύνδεσης με συγκεκριμένους καλλιτέχνες της Θεσσαλονίκης, η σύγκρισή τους με φορητές εικόνες που διασώθηκαν στην ίδια την πόλη επιτρέπει όχι μόνο τη διαπίστωση κοινών καλλιτεχνικών τρόπων, αλλά ενίοτε και την απόδοσή τους στην παραγωγή του ίδιου καλλιτεχνικού εργαστηρίου, κατά κανόνα υψηλών προθέσεων, που προφανώς δραστηριοποιείται στην πόλη. Η μαρτυρία των φορητών εικόνων που θησαυρίζονται στις αγιορετικές μονές καθίσταται πολύτιμος και απαραίτητος οδηγός στη μελέτη και ερμηνεία της καλλιτεχνικής παραγωγής της Θεσσαλονίκης κατά την υστεροβυζαντινή περίοδο. Αφενός συμπληρώνει τα κενά του πολιτιστικού αποθέματος που διατηρήθηκε στην ίδια την πόλη, αφετέρου φανερώνει τους ισχυρούς δεσμούς που αναπτύσσονταν μεταξύ τους. Τι συμβαίνει όμως σε περιπτώσεις που η διαδρομή ορισμένων εικόνων στο πέρασμα των αιώνων ήταν πιο περιπετειώδης; Είναι δυνατόν να πιστοποιηθεί η προέλευσή τους από το καλλιτεχνικό περιβάλλον της Θεσσαλονίκης και ακόμα περισσότερο η προγενέστερη παρουσία τους στην αθωνική χερσόνησο; Δύναται η μαρτυρία των φορητών εικόνων του Αγίου Όρους να αξιοποιηθεί προς αυτή την κατεύθυνση; Nikos Siomkos Dr. of Archaeology, Ephorate of Antiquities of Chalkidiki and Mount Athos Mount Athos and Thessaloniki: the evidence of portable Icons from the Palaiologan period Mount Athos preserves a considerable number of portable icons from the Palaiologan period. The surviving works – some of which were dedicated by Byzantine imperial circles – consist mainly of high-quality paintings from workshops located in the great artistic centres of the Byzantine Empire like Thessaloniki. The presence of these portable icons in the churches and icon repositories of the Athonite monasteries is not accidental and can be easily understood if one bears in mind that some of Thessaloniki’s leading painters, such as Eutychios and Michael Astrapas and George Kallierges, appear to have been invited to work in important churches in the monastic state. The attribution of certain portable icons to these painters is possible due to the fact that their creators have also left signed works – mainly monumental paintings – from the same period that are invaluable for the study of art and its development. However, the impact of the artistic output of Thessaloniki on the Athonite state is not confined to these cases of well-known painters being invited to undertake generous commissions on Mount Athos. There are many works in the Athonite monasteries which, although they cannot be linked to certain Thessalonian painters, can be compared with other portable icons that have survived in Thessaloniki itself, allowing us not only to discover common artistic techniques but also, in some cases, to attribute them to the same artistic workshop – usually producing high-quality goods – that was evidently operating in the city. The portable icons held in the Athonite monasteries provide invaluable and indispensable information for the study and interpretation of the artistic output of Thessaloniki during the Late Byzantine period. They not only fill gaps in the city’s surviving cultural heritage, but also show the strong bonds that developed between them. However, what happens in the case of icons with a more eventful history? Is it possible to prove that they came from the artistic milieu of Thessaloniki and, even more so, that they were previously present on the Athonite peninsula? Can the evidence provided by the portable icons on Mount Athos help us in this respect?